Ο ρόλος των καλών βακτηρίων στο σύνδρομο ευερέθιστου εντέρου

6 Μαρτίου 2015

Το σύνδρομο του ευερέθιστου εντέρου αποτελεί μια συνηθισμένη διαταραχή, η οποία χαρακτηρίζεται από την συνύπαρξη κοιλιακών ενοχλημάτων ή πόνου και αλλαγών στις συνήθειες του εντέρου. Οι ασθενείς παραπονούνται για δυσκοιλιότητα, διάρροια ή εναλλαγή αυτών. Ανάλογα με το κυρίαρχο σύμπτωμα  διακρίνονται  τρεις κατηγορίες (με δυσκοιλιότητα, διάρροια ή μικτή διαταραχή). Ως νοσολογική οντότητα αφορά το 10-20% του πληθυσμού στις ανεπτυγμένες χώρες, είναι η συνηθέστερη αιτία επίσκεψης στα εξωτερικά γαστρεντερολογικά ιατρεία, ενώ παράλληλα επηρεάζει σημαντικά την ποιότητα ζωής των ασθενών. 

Παρά την υψηλή του συχνότητα και την αρνητική επίπτωση στην ποιότητα ζωής των πασχόντων, οι διαθέσιμες αποτελεσματικές θεραπείες είναι περιορισμένες. Η προτεινόμενη αγωγή εξαρτάται από τον τύπο του συνδρόμου και περιλαμβάνει: σπασμολυτικά φάρμακα, αντιχολινεργικά, υπακτικά ή αντιδιαρροϊκά, αντικαταθλιπτικά και αγχολυτικά, αγωνιστές ή ανταγωνιστές σεροτονίνης, αντιβιοτικά, ψυχοθεραπεία και ακόμη εναλλακτικές μεθόδους αντιμετώπισης. Η επιλογή αλλά και η αποτελεσματικότητα των θεραπευτικών προσεγγίσεων σχετίζεται με τους ποικίλους παθογενετικούς μηχανισμούς-αίτια που μπορεί να υπόκεινται του συνδρόμου. Σε αυτά περιλαμβάνονται η διαταραχή της κινητικότητας του εντέρου, η σπλαχνική υπερευαισθησία, η δυσανεξία σε τροφές, η μεταβολή της εντερικής χλωρίδας, και οι μεταλοιμώδεις ή φλεγμονώδεις μεταβολές.

Τα προβιοτικά είναι ζωντανοί μικροοργανισμοί που βρίσκονται φυσιολογικά στις τροφές ή σε χορηγούμενα συμπληρώματα. Αποτελούν μια σχετικά νέα θεραπευτική πρόταση για το ευερέθιστο έντερο, που έχει κεντρίσει το ενδιαφέρον της επιστημονικής κοινότητας με αποτέλεσμα την ανάδυση ικανοποιητικού αριθμού σχετικών μελετών.

Στο  ανθρώπινο έντερο διαβιούν περί τα 100 δισεκατομμύρια βακτήρια. Η συγκέντρωσή τους αυξάνεται προοδευτικά από το δωδεκαδάκτυλο μέχρι το παχύ έντερο, όπου και είναι η μέγιστη. Πρόσφατες έρευνες υπέδειξαν πως μεταβολές στη σύσταση της εντερικής χλωρίδας μπορεί να παίζουν σημαντικό ρόλο στη γένεση των συμπτωμάτων του ευερέθιστου εντέρου. Η σύσταση της χλωρίδας ή οι τύποι των κυρίαρχων βακτηρίων στο έντερο και τα κόπρανα, παρά ο συνολικός αριθμός τους, φαίνεται να σχετίζονται με το σύνδρομο. Επίσης, ενδείξεις για τον παθοφυσιολογικό ρόλο των μικροοργανισμών είναι η μεταλοιμώδης έναρξη του συνδρόμου, η παρουσία αντισωμάτων έναντι βακτηρίων σε αντίστοιχους ασθενείς και η συσχέτιση της βακτηριακής υπερανάπτυξης με το ευερέθιστο  έντερο.

Διάφορες τεχνικές έχουν χρησιμοποιηθεί για τη μελέτη της εντερικής χλωρίδας στους ασθενείς με ευερέθιστο έντερο. Οι νεώτερες είναι πιο αποτελεσματικές στον προσδιορισμό των μικροοργανισμών του παχέος εντέρου συγκριτικά με τις κλασσικές μικροβιολογικές μεθόδους. Σύμφωνα με αυτές, υπάρχουν ποιοτικές και ποσοτικές διαφορές στη σύσταση των βακτηρίων στα κόπρανα των ασθενών σε σχέση με τους μη πάσχοντες. Παρόλα αυτά, τα δεδομένα μέχρι στιγμής είναι ανεπαρκή.

Πρόσφατες έρευνες με αντιβιοτικά και προβιοτικά υποστηρίζουν περαιτέρω την εντερική χλωρίδα ως πιθανό στόχο για την αντιμετώπιση του ευερέθιστου εντέρου. Τα ευρέως φάσματος και τα δυσαπορρόφητα αντιβιοτικά φαίνεται να έχουν μη εκλεκτική επίδραση στην εντερική χλωρίδα. Είναι αποδεδειγμένο, πως η αντιβιοτική θεραπεία  παρέχει ανακούφιση από τα συμπτώματα για βραχύ χρονικό διάστημα. Ωστόσο, η επανεμφάνιση των συμπτωμάτων και οι μακροπρόθεσμες επιπτώσεις μιας διαλείπουσας αντιβιοτικής θεραπείας είναι ζητήματα που χρήζουν περαιτέρω μελέτης.

Τα  προβιοτικά φαίνεται ότι επηρεάζουν την εντερική ευαισθησία, την κινητικότητα και την ανοσιακή λειτουργία αλλά οι σχετικές μελέτες παρέχουν, μέχρι στιγμής, αντιφατικά αποτελέσματα. Το γεγονός αυτό αντανακλά ενδεχομένως τις διαφορές στην επιλογή των ασθενών, στη μεθοδολογία, στο μέγεθος του δείγματος αλλά -και κυρίως- στην τεράστια ποικιλία προβιοτικών στελεχών που χρησιμοποιούνται.

Αν και οι μηχανισμοί δράσης των προβιοτικών δεν έχουν κατανοηθεί πλήρως, έχει φανεί πως με την προσκόλλησή τους στο επιθήλιο του εντέρου παράγουν ουσίες με αντιβιοτικές ιδιότητες, οι οποίες εμποδίζουν την προσκόλληση και διείσδυση παθογόνων μικροβίων. Επιπλέον, τα προβιοτικά μπορεί να τροποποιήσουν την ανοσιακή απάντηση του πεπτικού σωλήνα, από προ-φλεγμονώδη σε αντι-φλεγμονώδη όπως το προβιοτικό μίγμα VSL#3. Πολλά  προβιοτικά στελέχη όπως τα Lactobacillus spp. και τα Bifidobacteria spp. μετατρέπουν τους άπεπτους υδατάνθρακες σε μικρής αλύσου λιπαρά οξέα, τα οποία αποτελούν βασικά θρεπτικά συστατικά των εντερικών επιθηλίων. Αυτός ο μηχανισμός  μπορεί να εξηγεί την ευεργετική δράση των προβιοτικών στην εντερική κινητικότητα. Μία νέα δράση τους σύμφωνα με πρόσφατες μελέτες αφορά στη βελτίωση της σπλαχνικής υπερευαισθησίας. Συγκεκριμένα, το στέλεχος L. acidophilus αυξάνει τον αριθμό των υποδοχέων των μ-οπιοειδών και κανναβινοειδών σε υγιή ζώα. Αυτό το φαινόμενο σχετίζεται με μείωση της σπλαχνικής αισθητικότητας που είναι ισοδύναμη με αυτή που προκύπτει από την ενδοφλέβια  χορήγηση 0,1 mg/kg  μορφίνης.

Τα προβιοτικά έχουν εμπειρικά χρησιμοποιηθεί ευρέως στη θεραπεία του συνδρόμου του ευερέθιστου εντέρου. Η εκτενής έρευνα παρέχει πλέον και αντικειμενική στήριξη σχετικά με τη χρησιμότητα των προβιοτικών στην ανακούφιση των συμπτωμάτων. Προοδευτικά, τα προβιοτικά συμπεριλήφθηκαν σε κατευθυντήριες οδηγίες διαφόρων ‘αρμόδιων οργανισμών’ από το Ηνωμένο Βασίλειο, τις ΗΠΑ, τη Γερμανία κ.ά.. Στις οδηγίες του NICE του 2008 επισημαίνεται πως ορισμένα στελέχη προβιοτικών είναι ευεργετικά για ορισμένους ασθενείς με ευερέθιστο έτερο, ενώ για άλλους όχι, υπογραμμίζοντας έτσι πως το προβιοτικό στέλεχος, η δοσολογία και ο τρόπος χορήγησης είναι παράγοντες που πιθανώς  επηρεάζουν την αποτελεσματικότητα των διαθέσιμων προϊόντων.

Σε πρόσφατες κατευθυντήριες οδηγίες σημειώνεται ότι επιλεγμένα προβιοτικά μπορούν να χρησιμοποιηθούν στην αντιμετώπιση του συνδρόμου και ότι η επιλογή των στελεχών εξαρτάται από το είδος των συμπτωμάτων. Τα Bifidobacterium infantis 35624 και animalis spp lactis Dn-173010 και τα Lactobacillus casei Shirolta και plantarum μπορούν να χρησιμοποιηθούν σε ασθενείς με μετεωρισμό και κοιλιακό άλγος, τα Lactobacillus και rhamnosus και το μίγμα VSL#3 όταν προεξάρχει το κοιλιακό άλγος, ενώ τα Bifidobacterium animalis spp lactis Dn-173010, το Lactobacillus casei Shirolta και E.coli Nissle 1971 σε προεξάρχουσα δυσκοιλιότητα.

Τα προβιοτικά αποτελούν ένα ελπιδοφόρο πεδίο μελέτης για την αντιμετώπιση  του ευερέθιστου εντέρου. Οι  ειδικοί είναι σκόπιμο να τα εντάξουν στην θεραπευτική αγωγή σύμφωνα με τις προτεινόμενες ενδείξεις και δίχως υπερβολές.

Ελληνικό Ίδρυμα Γαστρεντερολογίας και Διατροφής

ΜΟΙΡΑΣΟΥ ΤΟ! :
ΡΩΤΗΣΤΕ ΤΟΥΣ ΕΙΔΙΚΟΥΣ
ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ