Ένας χωρισµός δεν είναι ποτέ ευχάριστος. Aκόµη και στην περίπτωση που η απόφαση για το τέλος µιας σχέσης έχει ληφθεί από κοινού, είναι αναπόφευκτο να βιώσουµε πένθος για ό,τι χάσαµε, ακόµη και αν αυτό για το οποίο πενθούµε δεν είναι παρά η φαντασίωση µιας καλής σχέσης. Στην περίπτωση όµως που χωρίζουµε από έναν άνθρωπο µε τον οποίο εξακολουθούµε να είµαστε ερωτευµένοι ή τον αγαπάµε ακόµη, τότε η στενοχώρια, ο θυµός, η απογοήτευση και η απελπισία γίνονται οι νέοι συναισθηµατικοί µας σύντροφοι. Η ψυχική κατάσταση που βιώνουµε δεν αφήνει αµέτοχο το σώµα µας. Γνωρίζουµε πλέον ότι το σώµα και η ψυχή είναι αλληλένδετα -το ένα επηρεάζει το άλλο- και ό,τι συµβαίνει στη σφαίρα των συναισθηµάτων έχει αντίκτυπο στο σώµα και τις λειτουργίες του. Με άλλα λόγια, ο χωρισµός πονάει κυριολεκτικά και όχι µόνο µεταφορικά, κάτι που πλέον αποδεικνύεται και µε επιστηµονικές µελέτες. Ας δούµε, λοιπόν, τι προκαλεί στο σώµα ο χωρισµός και γιατί µια καρδιά µπορεί πραγµατικά να ραγίσει. 

O σύντροφος φεύγει, το στρες έρχεται... 
Τη στιγμή που πέφτουν οριστικά οι τίτλοι τέλους μιας σχέσης, ένα νέο έργο ξεκινά, με βασικό σκηνοθέτη τον εγκέφαλό μας και καστ το νευρικό μας σύστημα. Οι ορμόνες και οι νευροδιαβιβαστές του στρες, που εκλύονται από το αυτόνομο νευρικό σύστημα όταν βρισκόμαστε αντιμέτωποι με μια απειλή, απελευθερώνονται με ταχείς ρυθμούς. Ο οργανισμός εκλαμβάνει τον χωρισμό ως απειλή με αποτέλεσμα να ενεργοποιείται ενστικτωδώς ο αρχέγονος μηχανισμός πάλης ή φυγής (ο μηχανισμός του στρες). 
Επομένως, στη θέση των ορμονών και των νευροδιαβιβαστών της ευχαρίστησης (π.χ. ενδορφίνες, σεροτονίνη, ωκυτοκίνη), που μέχρι στιγμής κυριαρχούσαν στα νευρικά κυκλώματα του εγκεφάλου μας, έρχονται πλέον η κορτιζόλη και οι κατεχολαμίνες (ντοπαμίνη, επινεφρίνη κ.λπ.). Αυτή η αλλαγή ορμονικής φρουράς στον εγκέφαλο δεν επιδρά μόνο στις σκέψεις και τα συναισθήματά μας -προκαλώντας απελπισία, θυμό και λύπη-, αλλά και στις σωματικές μας λειτουργίες. 
Οι µύες «τσιτώνουν» Η υπερέκκριση των ορμονών του στρες έχει ως αποτέλεσμα την αύξηση της κυκλοφορίας του αίματος προς το μυϊκό σύστημα, προετοιμάζοντάς το έτσι για δράση. Εξάλλου, οι έρευνες αποδεικνύουν ότι ο εγκέφαλός μας αντιλαμβάνεται τον χωρισμό σαν μια απειλή, απέναντι στην οποία ενεργοποιεί την ίδια σειρά ενστικτωδών αντιδράσεων που θα ενεργοποιούσε και σε περίπτωση π.χ. ενός τροχαίου ή μιας πτώσης. Ωστόσο, με δεδομένο ότι τελικά δεν επακολουθεί η σωματική δράση που θα εκτονώσει τους σφιγμένους μυς, εκείνοι παραμένουν σε υπερδιέγερση, γεγονός που μπορεί να οδηγήσει σε μυϊκούς πόνους, πιάσιμο (π.χ. στον αυχένα), πονοκεφάλους, ακόμη και σε ένα αίσθημα βάρους στο στήθος. 
Το στοµάχι αναστατώνεται Καθώς το νευρικό μας σύστημα είναι σε υπερδιέγερση, η κυκλοφορία του αίματος προς το πεπτικό σύστημα μειώνεται (επειδή το αίμα αποστέλλεται προς το μυϊκό σύστημα και την καρδιά), γεγονός που μπορεί να προκαλέσει πεπτικές ενοχλήσεις, καθώς και σφίξιμο στο στομάχι. Από την άλλη μεριά, όμως, το αίσθημα της απόρριψης οδηγεί τα κέντρα ανταμοιβής του εγκεφάλου στην αναζήτηση άλλων πηγών ικανοποίησης και αυτό σε πολλές περιπτώσεις εξηγεί γιατί πολλοί στρέφονται στα γλυκά για να παρηγορηθούν. Βέβαια, ο τρόπος που αντιδρά το στομάχι εξαρτάται και από τον βαθμό της ευαισθησίας του. Εάν λόγου χάρη το στρες συνήθως μας δένει το στομάχι κόμπο ή μας κόβει την όρεξη ή μας προκαλεί διάρροια, τότε δεν αποκλείεται αυτά τα συμπτώματα να ενταθούν και μετά από έναν χωρισμό. 
Ο ύπνος χαλάει Το τέλος μιας σχέσης είναι πολύ πιθανό να αφήσει τα σημάδια του στον ύπνο μας και προκαλώντας συμπτώματα όπως δυσκολία να κοιμηθούμε, ανήσυχα ξυπνήματα στη μέση της νύχτας και πρωινές αφυπνίσεις. Επίσης, το παρατεταμένο στρες σταδιακά δυσκολεύει τη συγκέντρωση και την προσοχή και διαταράσσει τη μνήμη και την κρίση. 

Πληγωμένη καρδιά 
Το αίσθημα της απόρριψης που συνοδεύει τον χωρισμό επηρεάζει ακόμη και τη λειτουργία της καρδιάς. Πρόσφατα μάλιστα οι ερευνητές από τα ολλανδικά πανεπιστήμια του Άμστερνταμ και του Λέιντεν διεξήγαγαν ένα πείραμα που σκοπό είχε να μελετήσει την επίδραση της απόρριψης στους παλμούς της καρδιάς. Οι εθελοντές είχαν τοποθετημένα ηλεκτρόδια στο στήθος τους, μέσω των οποίων καταγράφονταν οι παλμοί τους. Οι ερευνητές τούς έδειχναν ένα πρόσωπο σε μια οθόνη και τους ζητούσαν να μαντέψουν αν το πρόσωπο αυτό (ο «κριτής») θα τους έβρισκε συμπαθητικούς ή όχι. Οι παλμοί τους μειώνονταν λίγο πριν ακούσουν τη γνώμη του «κριτή», ενώ σε περίπτωση που μάθαιναν ότι εκείνος δεν τους συμπάθησε οι παλμοί τους επιβραδύνονταν κι άλλο. Σύμφωνα με τους ερευνητές, τα αποτελέσματα της έρευνάς τους υποδηλώνουν ότι το αυτόνομο νευρικό σύστημα, που ελέγχει επίσης λειτουργίες όπως η πέψη και η κυκλοφορία του αίματος, ενεργοποιείται και σε περιπτώσεις απόρριψης. «Η απόρριψη μπορεί κυριολεκτικά να “ραγίσει” την καρδιά, όπως αποκαλύπτει η παροδική επιβράδυνση των παλμών», γράφουν οι ερευνητές στην έρευνά τους, που δημοσιεύτηκε στο επιστημονικό περιοδικό «Psychological Science». 

Πραγματικός πόνος 
Οι ερευνητές του Πανεπιστημίου του Μίσιγκαν πραγματοποίησαν μαγνητικές τομογραφίες του εγκεφάλου σε συμμετέχοντες που είχαν χωρίσει πρόσφατα (μέσα στους προηγούμενους 6 μήνες) και διαπίστωσαν ότι τα ίδια κυκλώματα του εγκεφάλου που ενεργοποιούνται όταν καιγόμαστε (π.χ. στο μάτι της κουζίνας), δραστηριοποιούνται και όταν σκεφτόμαστε το πρόσωπο που μας εγκατέλειψε. Επομένως, ο πόνος του χωρισμού δεν είναι μια λογοτεχνική μεταφορά, αλλά μια πραγματική σωματική αντίδραση. 
Το αίσθημα της απόρριψης πυροδοτεί τη δραστηριότητα των ίδιων περιοχών του εγκεφάλου που ενεργοποιούνται και μετά από ένα χτύπημα, σύμφωνα με τους ειδικούς. Μάλιστα, η ψυχολόγος Naomi Eisenberger από το Πανεπιστήμιο της Καλιφόρνιας μελετά στο εργαστήριό της την επίδραση που έχουν οι σχέσεις στην ψυχική κατάσταση, αλλά και στη φυσιολογία του σώματος. Σύμφωνα με την έρευνά της, όταν αισθανόμαστε κοινωνικά αποκλεισμένοι, κάτι που συμβαίνει και στην περίπτωση του χωρισμού, ενεργοποιούνται οι ίδιες νευρικές οδοί του εγκεφάλου που ενεργοποιούνται και όταν πονάμε. Γι’ αυτό και ο χωρισμός είναι οδυνηρός. Θέλοντας να παρατηρήσει την επίπτωση της απόρριψης στη φυσιολογία του οργανισμού, η δρ. Eisenberger στις επόμενες έρευνές της έχει σκοπό να εξετάσει τους γενετικούς παράγοντες που καθορίζουν την ευαισθησία του καθενός στην απόρριψη. 

Ευπαθείς στο κρυολόγηµα 
Η συνεχής παρουσία των υψηλών επιπέδων της κορτιζόλης στο κυκλοφορικό σύστημα αποδυναμώνει πρόσκαιρα το ανοσοποιητικό σύστημα, μειώνει την ικανότητα του οργανισμού να καταπολεμά τους παθογόνους μικροοργανισμούς και μας καθιστά πιο ευπαθείς σε λοιμώξεις όπως τα κρυολογήματα, αλλά και στην έξαρση δερματικών προβλημάτων στα οποία υπάρχει ιστορικό ευπάθειας (π.χ. επιχείλιος έρπης, ακμή). 

Η απόρριψη είναι σκληρή 
«Αυτό που προκαλεί τις σωματικές αντιδράσεις δεν είναι ο χωρισμός αυτός καθαυτόν, αλλά το συναίσθημα της απόρριψης και της εγκατάλειψης που τον συνοδεύει - ή δεν τον συνοδεύει, μια και σε κάποιες περιπτώσεις ο χωρισμός μπορεί να βιωθεί ακόμη και με ευφορία, ως απελευθέρωση από μια άσχημη κατάσταση», εξηγεί η κλινική ψυχολόγος κ. Αγγελική Μενεδιάτου. Και συνεχίζει: «Αν διαβάσουμε προσεκτικά τις σχετικές μελέτες, θα παρατηρήσουμε ότι αυτό που μάλλον ενεργοποιεί όλους αυτούς τους νευροφυσιολογικούς μηχανισμούς είναι περισσότερο το αίσθημα της απόρριψης και της εγκατάλειψης παρά ο ίδιος ο χωρισμός ως γεγονός. Είναι, δηλαδή, οι σκέψεις και οι ερμηνείες που κάνουμε για τον χωρισμό αυτές που πυροδοτούν τόσο τα συναισθήματά μας όσο και τις σωματικές μας αντιδράσεις. Γι' αυτό εξάλλου δεν αντιμετωπίζουν όλοι οι άνθρωποι με τον ίδιο τρόπο και στον ίδιο χρόνο τον χωρισμό. Αξίζει να σημειωθεί μάλιστα ότι παρόμοιες επιπτώσεις στο συναίσθημα και το σώμα μας έχει και μια σχέση σοβαρά δυσλειτουργική: και τότε τα επίπεδα στρες του οργανισμού μας είναι εξίσου υψηλά με όλες τις προαναφερόμενες συνέπειες». 

ΕΥΧΑΡΙΣΤΟΥΜΕ ΓΙΑ ΤΗ ΣΥΝΕΡΓΑΣΙΑ ΤΗΝ κ. ΑΓΓΕΛΙΚΗ ΜΕΝΕΔΙΑΤΟΥ, ψυχολόγο, Μ.Α. Κλινικής Ψυχολογίας. Το διαβάσαμε στο vita.gr