Σχέσεις: Τα μειονεκτήματα του... αρραβώνα

15 Απριλίου 2015

O Π. και η Δ. είναι ένα από τα πιο αγαπημένα μου ζευγάρια σε όλο τον κόσμο. Eκείνη, φίλη μου, εκείνος φίλος του φίλου μου ήταν περίπου μοιραίο να συναντηθούν. Ερωτεύτηκαν κεραυνοβόλα, έκαναν σχέση, αρραβωνιάστηκαν πάνω στον χρόνο κι έκτοτε μένουν μαζί – αυτό συνοψίζει το relationship status των 15 τελευταίων χρόνων της ζωής τους. Παλιότερα, όταν βλεπόμασταν, αστειευόμασταν για γάμους που θα γίνουν στο μέλλον, σε κήπους γηροκομείων και για τις σέξι milf νύφες με τις ζαρτιέρες και τη λευκή μουσελίνα. Τώρα, ακόμα κι αυτά τα αστεία μυρίζουν ναφθαλίνη. Ή αυτό, ή υποθέτω πως συμβιβάστηκα με την ιδέα πως οι φίλοι μου είναι δυο εύθυμοι, περιπετειώδεις τύποι, πάντα πρόθυμοι να ασχοληθούν με οτιδήποτε τους φαντάζει νέο και συναρπαστικό: χορεύουν swing, κάνουν ιστιοπλοϊα, σκι, μαθήματα φωτογραφίας, ανεβαίνουν σε βουνά, θα πετούσαν τη σκούφια τους αν τους έστελνες σε σαφάρι στη ζούγκλα ή σε τροχιά γύρω από τον Άρη, θά ’βαζαν και το κεφάλι τους μες στο στόμα του λιονταριού, θα δοκίμαζαν τα πάντα. Αλλά όχι τον γάμο.

Παραδοσιακά, ο αρραβώνας θεωρείτο πάντα κάτι σαν o «προθάλαμος» του γάμου. Ένα μικρό διάστημα, που είχε σκοπό την «πνευματική γνωριμία» του ζευγαριού, κοινώς το να μην πάρεις «γουρούνι στο σακί», αφού έτσι κι αλλιώς, στο παρελθόν, η επιλογή του συντρόφου γινόταν με άλλα κριτήρια. Ο παρατεταμένος αρραβώνας ως trend ήταν κάτι που το έβρισκες κυρίως στα κόμικς (όλα τα άφυλα παπιά της Λιμνούπολης είχαν πλατωνικές σχέσεις με καλόβολες, καπάτσες «αιώνιες αρραβωνιαστικές», την Τζένη, την Ντέζι Ντακ, την Κλάραμπελ, τη Μίνι Μάους ή την Όλιβ του Ποπάι) ή στα βικτοριανά ρομάντζα. Χλομές, ασθενικές, μισο-υστερικές ηρωίδες, βουτηγμένες μες στη ρομαντική αίγλη περίμεναν υπομονετικά τους αρραβωνιαστικούς τους να γυρίσουν από τον πόλεμο ράβοντας και ματώνοντας τα κρινοδάχτυλά τους δίπλα στο παραθύρι. Ή, στην πιο spooky εκδοχή του θέματος, άλλες, σαν την μις Χάβισαμ, περιφέρονταν μισότρελες μες στο αραχνιασμένο αρχοντικό τους, φορώντας πάντα ένα νυφικό φόρεμα. Πιο ανάλαφρο, το ελληνικό σινεμά μας πρόσφερε τον χαριτωμένο Λάμπρο Κωνσταντάρα σε ρόλο μουρντάρη γεροντοπαλίκαρου, που «τραβολογούσε» την αρραβωνιάρα Μπέτυ Αρβανίτη, αλλά και τον αξεπέραστο τύπο της Ελενίτσας του Κοκοβίκου, την «πάλι-αστεφάνωτη-θα-με-έχεις-Αντωνάκη-μου». Εν ολίγοις, περισσότερες πιστές, βασανισμένες Πηνελόπες, στο κατόπι ενός άπιαστου αρσενικού. 

ΑΡΡΑΒΩΝΑΣ-ΓΑΜΟΣ, ΕΝΑ ΣΚΑΛΟΠΑΤΙ 
Σύμφωνα με τους ανθρωπολόγους και τους μελετητές των κοινωνικών επιστημών, πενήντα χρόνια πριν, ένας αρραβώνας διαρκούσε κατά μέσο όρο 3-6 μήνες. Σήμερα πάλι, κατά μέσο όρο μπορεί να κρατήσει δύο, τρία ή και πέντε χρόνια. Ουσιαστική διαφορά, επίσης, είναι ότι οι «αιώνιες αρραβωνιαστικιές» που συναντάει κανείς τριγύρω σήμερα, δεν μοιάζουν διόλου με την Ελενίτσα του Αντωνάκη. Είναι γυναίκες νέες, δυναμικές, 25-45 ετών, κορίτσια που έχουν μόνιμη σχέση ή συγκατοικούν με τον σύντροφό τους, πάνε μαζί του στο σούπερ μάρκετ, ανοίγουν συνεταιρικά επιχειρήσεις, «υιοθετούν» σκυλιά, κάνουν παιδιά, αγορές, διακοπές με τα πεθερικά και εν γένει συμβιώνουν. Αλλά δεν παντρεύονται – επειδή εκείνες το επιλέγουν. 

Συναισθηματικά, αυτό είναι κάπως ακατανόητο. Θέλω να πω, σε ένα “κανονικό” rom com θα είχες κλάματα, αγκαλιές, το αγόρι στα γόνατα, ένα δαχτυλίδι και ατάκες σαν κι αυτή που ξεστομίζει ο Μπίλι Κρίσταλ στη Μέγκ Ράιαν στο φινάλε του Όταν ο Χάρι Γνώρισε τη Σάλι, «Όταν θες να περάσεις το υπόλοιπο της ζωής σου με έναν άνθρωπο, θες αυτό το υπόλοιπο να ξεκινήσει όσο γίνεται πιο γρήγορα». Αλλά πάλι, μιλάμε για μια ταινία του 1989. Στο ριμέικ της ιστορίας, 25 χρόνια μετά, αυτό το «όσο γίνεται πιο γρήγορα» μετατρέπεται σε «μόλις τελειώσω το μεταπτυχιακό μου», «μόλις φτιάξουν λίγο τα οικονομικά μας» ή, στο χειρότερο μετά-κρίσης σενάριο, «μόλις βρω δουλειά». 

Και ο Χάρι και η Σάλι θα συμφωνούσαν. Έτσι κι αλλιώς, και το Χόλιγουντ είναι πια γεμάτο από υπεραπασχολημένα, αναβλητικά ζευγάρια που θέλουν να το σκεφτούν καλύτερα πριν ανταλλάξουν τους γαμήλιους όρκους και το «δέχεσαι Τζένιφερ αυτόν τον άντρα για σύζυγό σου;». Η Τζένιφερ Άνιστον και ο Τζάστιν Θερού είναι ήδη αρραβωνιασμένοι δυο χρόνια και πάνε για τον τρίτο. Η Κέιτ Χάντσον κλείνει τα τέσσερα με τον τραγουδιστή των Μuse, Μάθιου Μπέλαμι, o Τιμ Ρόμπινς έμεινε 21 χρόνια «αρραβωνιασμένος» με τη Σούζαν Σάραντον – και μετά χώρισαν. Από την άλλη βέβαια, όταν σε λένε Αντζελίνα Τζολί, ζεις καμιά δεκαριά χρόνια με τον ίδιο άντρα (aka Μπραντ Πιτ) και έχετε έξι παιδιά, τότε ο γάμος είναι μάλλον το τυπικό επισφράγισμα της σχέσης σας. Και κανείς από τους Brangelina δεν τα πήγαινε ποτέ καλά με τις τυπικότητες…. 

ΑΙΩΝΙΕΣ ΑΡΡΑΒΩΝΙΑΣΤΙΚΙΕΣ Ή ΛΙΓΑΚΙ ΠΑΝΤΡΕΜΕΝΕΣ;
Εντάξει, ας το παραδεχτούμε: ως relationship status, το «αιώνιοι αρραβώνες» δεν είναι πια μια πρωτάκουστη εξαίρεση. H Αμερικανίδα δημοσιογράφος Χάνα Σέλιγκσον προτιμάει να το αποκαλεί ΑLBM (A Little Bit Married – Λιγάκι Παντρεμένοι) και έγραψε ένα ολόκληρο βιβλίο γι’ αυτές τις μακροχρόνιες σχέσεις που μοιάζουν με γάμο, αλλά δεν είναι, για τη θολή, «γκρίζα» και αφώτιστη περιοχή που βρίσκεται ανάμεσα στο «δώσαμε λόγο» και «παντρευόμαστε».

« Στην αρχή», λέει η συγγραφέας, «βγαίνετε ραντεβού, μετά περνάτε το βράδυ στο σπίτι του άλλου, αργότερα αφήνετε εκεί μια οδοντόβουρτσα ή κάποια ρούχα και πριν το καταλάβετε μένετε. Αν έπειτα από έναν χρόνο σοβαρής μονογαμικής σχέσης κάνετε μεγάλες θυσίες για τον σύντροφό σας και τον υπολογίζετε σε αποφάσεις ζωής, τότε ανήκετε στους “λιγάκι παντρεμένους”. Το κρίσιμο στοιχείο είναι η αίσθηση ότι η κοινή σας ζωή οδεύει προς την ένωση. Αν αγοράζετε μαζί έπιπλα και ταυτόχρονα αναρωτιέστε ποιος θα πάρει τον καναπέ όταν χωρίσετε μάλλον ζείτε περισσότερο ως συγκάτοικοι παρά ως εν δυνάμει αντρόγυνο».

Εν ολίγοις, το κριτήριο που κάνει τους Αιώνια Αρραβωνιασμένους (ΑLBM) να διαφέρουν από τους άλλους είναι ότι, τυπικά, θέλουν να παντρευτούν. Γιατί δεν το κάνουν όμως; Διότι:
α) Δεν έχουν αρκετά χρήματα για έναν «παραδοσιακό», ανοιχτό, κοστοβόρο γάμο και δεν θα ήθελαν τίποτα λιγότερο.
β) Δεν έχουν σταθερό εισόδημα. Κρίνοντας ότι προέχουν οι σπουδές, τα μεταπτυχιακά τους, μια σταδιοδρομία που θα τους εξασφαλίσει οικονομική άνεση στο μέλλον, ρίχνονται ανέμελα σε μια παρατεταμένη εφηβεία, αναβάλλοντας όλες τις «σοβαρές» αποφάσεις γι’ αργότερα. Μέχρι τότε, προτιμούν να ζουν μαζί για να μοιράζονται τα έξοδα. Στο κάτω κάτω, η συμβίωση ενός «λογοδοσμένου» ζευγαριού είναι πλέον κοινωνικά αποδεκτή.
γ) Δεν θέλουν να κάνουν παιδιά - όχι ακόμα.
δ) Επιπλέον, δεν χρειάζεται πια να περιμένουν μέχρι να παντρευτούν για να κάνουν σεξ.
ε) Ο αρραβώνας που τραβάει σε μάκρος, είναι μια μικρή «πρόβα γάμου» για να γνωρίσουν καλύτερα τον σύντροφό τους. Οι ΑLBM θέλουν να είναι απόλυτα σίγουροι πως βρήκαν το άλλο τους μισό, αφού –ως παιδιά γονέων που έζησαν τη σεξουαλική επανάσταση, τα διαλυμένα σπίτια, τις μάχες για τη διατροφή και τα «Σαββατοκύριακα με τον μπαμπά»– σιχαίνονται τα διαζύγια.
στ) Ειδικότερα για τις γυναίκες, ο αρραβώνας είναι μια πρώτης τάξεως ευκαιρία να φύγουν επιτέλους από το πατρικό τους και να ζήσουν, συντροφικά, με κάποιον άλλο.

Τέλος, όπως εξηγεί η Σέλιγκσον, «οι νέοι συγχέουν τον γάμο με μια ενηλικίωση που τη μεταθέτουν για αργότερα. Θέλουν να είναι πλήρως σχηματισμένοι ως προσωπικότητες και χορτασμένοι από εμπειρίες προτού παντρευτούν». Στ’αλήθεια, ποιος ο λόγος να δεσμευτείς όταν είσαι 25, 27, 28 χρονών και το μέλλον ανοίγεται ακόμα μπροστά σου, ρόδινο και πολλά υποσχώμενο;

ΑΦΟΥ ΣΕ ΘΕΛΩ ΠΟΛΥ ΚΑΙ ΤΟ ΘΕΛΕΙΣ ΚΙ ΕΣΥ
Από την άλλη, υπάρχει επίσης ένας σημαντικός αριθμός Αιώνια Αρραβωνιασμένων ζευγαριών που δεν χωρίζουν επειδή δεν τολμούν. Ζευγάρια παγιδευμένα στο Καθαρτήριο όπου πάνε οι σχέσεις για να σαπίσουν, ανίκανα να κάνουν ένα βήμα πίσω, φοβισμένα να προχωρήσουν μπροστά, παράλυτα από την αμφιβολία. Οι γυναίκες παραπονιούνται πως ο αρραβώνας σε αυτές τις περιπτώσεις είναι ένα είδος free pass – επιτρέπει στους άντρες ελεύθερη είσοδο στην περίμετρο μιας προστατευμένης μόνιμης σχέσης, διασφαλίζοντας ταυτόχρονα πως υπάρχει κάπου ένα πορτάκι που γράφει «έξοδος κινδύνου», ανοιχτό όλο το 24ωρο. Αλλά ένας αρραβώνας που τραβάει σε μάκρος, λένε οι ψυχολόγοι, μπορεί να διαλυθεί, όταν το ένα από τα δύο μέλη του ζευγαριού αρχίσει να αμφισβητεί την πρόθεση του άλλου να δεσμευτεί στο μέλλον. Για να είναι η σχέση υγιής πρέπει, σε κάθε περίπτωση, καθένας από τους δύο να ξέρει τι επιδιώκει και τι προσδοκά στο μέλλον. (Λεφτά; Καριέρα; Έρωτα; Κάτι άλλο;) Και πότε. Και με ποιον. Προϋπόθεση που οδηγεί στο μεγάλο ερώτημα που όλοι οι αρραβωνιασμένοι προσποιούνται σκληρά πως δεν υπάρχει: Γιατί δεν παντρευόμαστε;

«Μα 15 χρόνια είστε μαζί, ζείτε ήδη σαν παντρεμένο ζευγάρι, τι περιμένετε;», ρώτησα πρόσφατα τη φίλη μου τη Δ. Γύρισε, με κοίταξε με την ελαφρά καχυποψία του βρέθηκε ξαφνικά μπροστά σε έναν επικίνδυνο τρελό και μου απάντησε: «Και αν έπειτα από λίγο καιρό βρω κάποιον άλλο; Και αν υπάρχει κάτι καλύτερο εκεί έξω; Τι θα γίνει τότε; Πώς να παντρευτώ αν δεν είμαι 100% σίγουρη πως όλα θα πάνε καλά;»
Και να λοιπόν, την είχα εκεί μπροστά μου: τη φίλη μου, αιώνια αρραβωνιαστικιά ενός ανθρώπου που αγαπάει πολύ, που ποθεί και εκτιμά. «Παντρεμένη» με την αόριστα ρομαντική ιδέα, κάποιου «καλύτερου» συντρόφου, του Κυρίου Τέλειου, της μυστηριώδους Αδελφής Ψυχής, που ίσως την περιμένει υπομονετικά πίσω από την επόμενη στροφή της ζωής της. Αν αυτό ήταν μια κανονική rom com θα γελούσα και θα της πετούσα την ατάκα του Τομ Χάνκς από το Φόρεστ Γκαμπ, ελαφρώς παραλλαγμένη: «Μα γλυκιά μου, ο γάμος είναι σαν ένα κουτί με σοκολατάκια – καμιά σιγουριά, ποτέ δεν ξέρεις τι έχει μέσα. Απλά παίρνεις ένα και το δαγκώνεις». Το διαβάσαμε στο περιοδικό Madame Figaro 

ΜΟΙΡΑΣΟΥ ΤΟ! :
ΡΩΤΗΣΤΕ ΤΟΥΣ ΕΙΔΙΚΟΥΣ
ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ