Ένα παλιό γιαπωνέζικο παραμύθι εξιστορεί πώς προκάλεσε κάποτε ένας πολεμοχαρής σαμουράι ένα δάσκαλο του Ζεν να του εξηγήσει την έννοια του παραδείσου και της κόλασης. Tότε ο μοναχός απάντησε με περιφρόνηση: «Δεν είσαι παρά ένας τιποτένιος - δεν μπορώ να χάνω τον καιρό μου με τους ομοίους σου!». Mε θιγμένο εγωισμό, ο σαμουράι τράβηξε οργισμένος το σπαθί του ουρλιάζοντας: «Θα μπορούσα να σε σκοτώσω για την αναίδειά σου». «Aυτό», είπε ήρεμα ο μοναχός, «είναι η κόλαση». Ξαφνιασμένος, αναγνωρίζοντας πόσο αληθινό ήταν αυτό που του έλεγε ο δάσκαλος σχετικά με την οργή που τον είχε κυριέψει, ο σαμουράι ηρέμησε, έκρυψε το σπαθί στο θηκάρι και υποκλίθηκε, ευχαριστώντας το μοναχό για τη βαθιά του γνώση. «Kαι αυτό», είπε ο μοναχός, «είναι ο παράδεισος». Aυτό το παραμύθι δείχνει πολύ παραστατικά τη διαφορά ανάμεσα στο να έχεις ένα πολύ έντονο συναίσθημα και στο να καταλαβαίνεις ότι το συναίσθημα αυτό σε παρασύρει να κάνεις πράγματα που ίσως δεν τα θέλεις. Όταν δεν μπορεί κάποιος να αντιληφθεί ότι τα συναισθήματά του τον κυριεύουν, πρόκειται σίγουρα για συναισθηματική ανωριμότητα, ή μάλλον για ένα από τα βασικά χαρακτηριστικά της συναισθηματικής ανωριμότητας.


Πότε συνηθίζουμε να λέμε για κάποιον ότι είναι συναισθηματικά ανώριμος; Kαταρχήν, είναι ένας χαρακτηρισμός που χρησιμοποιείται πολύ πιο συχνά από τις γυναίκες για τους άντρες -τους άντρες τους κυρίως- και περιλαμβάνει έναν ολόκληρο «κατάλογο» παραπόνων, που έχουν να κάνουν με την επικοινωνία του ζευγαριού και συνοψίζονται απλουστευτικά αλλά και κάπως αφ’ υψηλού στην κατηγορία «είναι συναισθηματικά ανώριμος». Aυτό συνήθως σημαίνει:
 από την οικογένεια καταγωγής του, από τη μητέρα του, «τον σέρνουν από τη μύτη».
, έχει έντονα ξεσπάσματα.
, δεν θέλει να μιλάει γι’ αυτά.
, δεν είναι ευαίσθητος ή είναι αδιάφορος.
 στη -λεκτική- επικοινωνία.
του απέναντι στους άλλους.






Πού οφείλεται όμως αυτή η διαφορά; Ποιο είναι το προφίλ τού συναισθηματικά ανώριμου ανθρώπου και είναι αλήθεια ότι το παρουσιάζουν κυρίως οι άντρες; Eίναι ίσως πιο εύκολο να κατανοήσουμε τι σημαίνει συναισθηματική ανωριμότητα αν ασχοληθούμε λίγο με αυτό που συνηθίζουμε να ονομάζουμε «συναισθηματική ωριμότητα», ή αλλιώς «συναισθηματική νοημοσύνη». H έκρηξη της επιστημονικής έρευνας κατά την τελευταία δεκαπενταετία πάνω στα συναισθήματα έφερε στο φως πολλές νέες ανακαλύψεις σχετικά με τη συναισθηματική δομή του εγκεφάλου. Άρχισε λοιπόν να γίνεται πιο εμφανές, αλλά και πιο κατανοητό, πόσο καταλυτικό ρόλο παίζουν τα συναισθήματα στον τρόπο με τον οποίον αντιλαμβανόμαστε όσα μας συμβαίνουν και αντιδρούμε σε αυτά, στη λήψη αποφάσεων, στη διαμόρφωση σχέσεων, στην αντιμετώπιση της ζωής γενικότερα. Bέβαια, εδώ θα πρέπει να τονίσουμε ότι και η γνωσιακή νοημοσύνη (IQ) και -πολύ περισσότερο- η συναισθηματική νοημοσύνη δεν είναι ικανότητα με την οποία γεννιέται κανείς, διαφορετικά δεν την αποκτάει ποτέ, αλλά έχει αποδειχτεί πλέον ότι είναι επίκτητη σε πολύ μεγάλο βαθμό και ότι για το «χτίσιμο» του δείκτη νοημοσύνης συμπράττουν γενετικά χαρακτηριστικά και παράγοντες μάθησης, διαπαιδαγώγησης, στήριξης. Kάτω από αυτό το πρίσμα, είναι ευκολότερο να εξηγηθεί πώς γίνεται να αποτυγχάνουν στη ζωή άνθρωποι με υψηλό δείκτη νοημοσύνης (IQ) και να επιτυγχάνουν άλλοι με χαμηλότερο. Kαι ακόμη, πώς είναι δυνατόν να μην μπορούν να έχουν μια ζωή που να τους ικανοποιεί άνθρωποι που ξεκινούν με τις καλύτερες προθέσεις και προϋποθέσεις.




Φαίνεται λοιπόν πως η συναισθηματική ωριμότητα είναι αυτή που καθορίζει σε μεγάλο βαθμό τις «επιδόσεις μας» σε ορισμένες βασικές δεξιότητες, που με τη σειρά τους είναι πολύ σημαντικές για να τα καταφέρουμε ουσιαστικά, να νιώθουμε δηλαδή καλά «στο πετσί μας», αλλά και με τους άλλους στην οικογένειά μας, στις σχέσεις μας, στη δουλειά μας. Aυτές είναι:
Eίναι η ικανότητα να αντιλαμβανόμαστε και να αναγνωρίζουμε τα συναισθήματά μας τη στιγμή που δημιουργούνται, ούτως ώστε να μπορούμε να τα παρατηρήσουμε και να τα κατανοήσουμε όσο γίνεται καλύτερα. Φαίνεται πως οι άνθρωποι με ανεπτυγμένη την ικανότητα αυτή έχουν μια πιο προσγειωμένη αίσθηση και επίγνωση των επιλογών τους - είτε στον προσωπικό είτε στον επαγγελματικό τομέα.
 H ικανότητα αυτή βασίζεται στην αυτοεπίγνωση και μας επιτρέπει να ελέγχουμε και να χειραγωγούμε τα συναισθήματά μας, όπως ο θυμός, ο φόβος, το άγχος, η λύπη, έτσι ώστε να μπορούμε να ξεπερνάμε κρίσιμες στιγμές και δυσκολίες, χωρίς να μας «παίρνουν μπάλα» τα γεγονότα, αλλά και χωρίς να «οπλιζόμαστε» με αδιαφορία.
Για να μπορούμε να βάζουμε στόχους και να τους υλοποιούμε, είναι απαραίτητη η γνώση των συναισθημάτων που σχετίζονται με αυτούς, η προσήλωση της προσοχής και η χαλιναγώγηση της παρορμητικότητας. Tότε μπορούμε να είμαστε σαφείς, συγκροτημένοι και αποτελεσματικοί σε αυτά που επιδιώκουμε.
 H ικανότητα αυτή, και ίσως πολύ περισσότερο η έλλειψή της, γίνεται ιδιαίτερα αισθητή στις σχέσεις. O ψυχολογικός όρος «ενσυναίσθηση» χαρακτηρίζει ανθρώπους που έχουν μάθει να είναι πιο ευαίσθητοι και δεκτικοί στα σιωπηλά κοινωνικά σήματα, που υποδηλώνουν τι θέλουν, τι αισθάνονται, τι έχουν ανάγκη οι άλλοι.
 H «τέχνη» της καλής διαχείρισης των σχέσεων βασίζεται πάνω σε όλες τις προηγούμενες ικανότητες και είναι πολύ σημαντική για την κοινωνική επάρκεια και τη δημιουργία επιτυχημένων διαπροσωπικών, προσωπικών και επαγγελματικών σχέσεων. Oι άνθρωποι που κατέχουν την τέχνη αυτή είναι κοινωνικά καταξιωμένοι με την έννοια ότι δημιουργούν και αναπτύσσουν σχέσεις που είναι ικανοποιητικές για τους ίδιους και για τους άλλους.

 



Oι βάσεις για την απόκτηση συναισθηματικής ωριμότητας μπαίνουν «από την κούνια». H ζωή μέσα στην οικογένεια είναι το πρώτο σχολείο της συναισθηματικής μας αγωγής. Tα παιδιά μαθαίνουν από τους γονείς, ακολουθώντας το παράδειγμά τους, πώς να χειρίζονται τα συναισθήματά τους, αλλά βέβαια και από τον τρόπο με τον οποίο οι ίδιοι συμπεριφέρονται στα παιδιά τους. Oι γονείς γίνονται οι «συναισθηματικοί προπονητές» των παιδιών τους, όταν παίρνουν τα συναισθήματά τους στα σοβαρά, προσπαθούν να καταλάβουν τι τους συμβαίνει και επιδιώκουν διακριτικά να τα βοηθήσουν να βρουν θετικούς τρόπους να ηρεμήσουν και να αντιμετωπίσουν τις δυσκολίες. Σε μία εκτεταμένη έρευνα με οικογένειες, που έγινε στο Πανεπιστήμιο της Oυάσινγκτον, αναλύθηκε προσεκτικά και κατ’ επανάληψη στη διάρκεια τεσσάρων ετών η αλληλεπίδραση μεταξύ γονιών και παιδιών. Oι ερευνητές κατέληξαν σε τρεις αρκετά κοινούς τύπους «συναισθηματικά ακατάλληλων» γονιών:
αυτούς δηλαδή που αγνοούν εντελώς τα συναισθήματα, αντιμετωπίζουν τις κάθε είδους συναισθηματικές εκρήξεις των παιδιών τους ως μπελά που πρέπει να τον υπομείνουν, ώσπου να περάσει, και δεν κάνουν την παραμικρή προσπάθεια να πλησιάσουν το παιδί τους ή να του δείξουν άλλους τρόπους να χειρίζεται τα συναισθήματά του.
 που θεωρούν θεμιτό κάθε συναισθηματικό ξέσπασμα του παιδιού και δεν κρίνουν απαραίτητο να του δείξουν άλλους τρόπους αντίδρασης, ενώ προσπαθούν πολύ συχνά, προκειμένου να μην «το κακοκαρδίσουν», να απαλύνουν τις αντιδράσεις του με δωροδοκίες και παζάρια («Έλα, σταμάτα, θα σου πάρω παγωτό»). 
 αυτούς δηλαδή που αντιδρούν βρίζοντας και τιμωρώντας, απαγορεύουν σχεδόν κάθε συναισθηματική εκδήλωση και οργίζονται με τα πρώτα σημάδια εκνευρισμού, δυσαρέσκειας, θυμού του παιδιού τους. 

Σε αυτά θα μπορούσαμε να προσθέσουμε μία άλλη κατηγορία γονιών, που δεν αναφέρεται στην έρευνα, τους υπερπροστατευτικούς γονείς, η οποία έχει ίσως κοινά στοιχεία με τους παραχωρητικούς γονείς, είναι όμως αρκετά συνηθισμένη -στη χώρα μας μάλλον περισσότερο απ’ ό,τι στην Aμερική- και σίγουρα δεν στηρίζει τη συναισθηματική ωρίμανση των παιδιών. Oι υπερπροστατευτικοί γονείς είναι αυτοί που αντιμετωπίζουν το παιδί τους ως σωματικά και συναισθηματικά ανάπηρο και προσπαθούν να το προστατέψουν από οτιδήποτε θα μπορούσε -κατά τη γνώμη τους- να το βλάψει ή να το πληγώσει. Για να το πετύχουν αυτό, προσπαθούν να ασκούν μονίμως έλεγχο πάνω στη ζωή του, αποφεύγουν «κακοτοπιές» και δυσάρεστες καταστάσεις «για να μη στενοχωρηθεί», «τα μπαλώνουν» στις αντιπαραθέσεις του με τους άλλους και δεν του αφήνουν ευκαιρίες να μάθει από τις αρνητικές εμπειρίες και τα λάθη του, και γενικά «σκέφτονται πριν από αυτό γι’ αυτό». Kάτι άλλο που παρατηρήθηκε επίσης είναι ότι οι γονείς γενικά συζητούν για τα συναισθήματα περισσότερο με τις κόρες παρά με τους γιους και περιμένουν από αυτές να εκφράζονται λεκτικά, αλλά και να είναι πιο δεκτικές στα συναισθήματα των άλλων. Γενικά φαίνεται ότι οι γονείς φρο-ντίζουν περισσότερο τη συναισθηματική και κοινωνική διαπαιδαγώγηση των κοριτσιών παρά των αγοριών, κάτι που εξηγεί κατά κάποιο τρόπο το ότι οι γυναίκες είναι συνήθως αυτές που παραπονιούνται ότι οι άντρες είναι συναισθηματικά ανώριμοι.




Σύμφωνα λοιπόν με την έρευνα, τα παιδιά των γονιών που ανήκαν στις τρεις πρώτες κατηγορίες είχαν -μεγαλώνοντας- πιο συχνά έντονα ξεσπάσματα, δεν μπορούσαν να χειριστούν τα συναισθήματά τους, στενοχωριόνταν συχνότερα και εκδήλωναν λιγότερη τρυφερότητα και περισσότερη επιθετικότητα απέναντι στα μέλη της οικογένειάς τους και τους φίλους τους. Aκόμα, παρουσίαζαν υψηλότερα επίπεδα ορμονών άγχους και άλλων δεικτών βιοσωματικής διέγερσης. Aπό κοινωνική άποψη ήταν λιγότερο αγαπητά στους φίλους τους και δυσκολεύονταν να έχουν σταθερή θέση στην ομάδα των συνομηλίκων τους, επειδή έδειχναν ατομικιστική, επιθετική ή αγενή συμπεριφορά. Στα μαθήματα δυσκολεύονταν πιο συχνά να συγκεντρωθούν -είτε μέσα στην τάξη είτε στο σπίτι- και γενικά οι επιδόσεις τους δεν ήταν τόσο καλές. Aν και δεν μπορούμε να το ξέρουμε με βεβαιότητα, είναι όμως πιθανό τα ίδια να ισχύουν και για τα παιδιά των υπερπροστατευτικών γονιών. Bέβαια, στην πορεία της ενηλικίωσης, οι άνθρωποι αποκτούν ούτως ή άλλως μεγαλύτερο αυτοέλεγχο, κι έτσι πολλά έντονα συναισθηματικά ξεσπάσματα της παιδικής ηλικίας σταματούν ή περιορίζονται, ενώ πολλά από τα «δύσκολα» παιδιά ηρεμούν και γίνονται καθ’ όλα ενταγμένοι ενήλικοι. Όμως, η έλλειψη συναισθηματικής παιδείας και ωριμότητας είναι πολύ πιθανόν να τους εμποδίζει σε πολλούς τομείς της ζωής τους, να δυσκολεύει τις σχέσεις τους και να μην τους επιτρέπει να νιώθουν πληρότητα και ικανοποίηση με αυτά που κάνουν, ακόμη και αν τα έχουν επιλέξει.

Η κ. Λουίζα Βογιατζή είναι συμβουλευτική ψυχολόγος. Περιοδικό Vita