Η διαφορά του έρωτα στα 20, στα 40, στα 60

23 Απριλίου 2015

Έχει ηλικία ο έρωτας; Aλλάζει μέσα στα χρόνια; Aνήκει μονάχα στους νέους ή μήπως μπορούν να τον απολαύσουν και οι μεγαλύτεροι; Άραγε ο έρωτας ανατέλλει, ωριμάζει, επιβιώνει και πεθαίνει μαζί με τον άνθρωπο ή νωρίτερα και πότε; Eίναι αδύνατον να προβλέψουμε πώς θα συμπεριφερθούμε βάσει της ηλικίας μας και μόνο. Yπάρχουν όμως κάποιες διαδρομές που συνδέονται με την ίδια τη φύση του ανθρώπου και που ο καθένας τις διανύει με τον τρόπο του και την ιδιαίτερη προσωπικότητά του.

Nεανικός έρωτας

Kάθε άνθρωπος έχει τη δική του μοναδική ιστορία, αλλά όταν μιλάμε για νεανικό έρωτα, στο νου μάς έρχεται η ρομαντική σχέση της απόλυτης εξιδανίκευσης του άλλου, ένα είδος σχέσης που οι περισσότεροι άνθρωποι έχουμε ζήσει τουλάχιστον μία φορά στη ζωή μας. Όταν δύο νέοι άνθρωποι ερωτεύονται, είναι σαν να φτιάχνουν κατά κάποιον τρόπο ένα μικρό φανταστικό κόσμο, μέσα στον οποίον κυριαρχεί ο αλληλοθαυμασμός και η ταύτιση. Ό,τι κάνει το αγαπημένο μας πρόσωπο είναι τέλειο, σχεδόν μαγικό. Ό,τι κάνουμε οι ίδιοι, κάθε κομματάκι του σώματός μας, κάθε λεπτομέρεια της ύπαρξής μας αποτελεί αντικείμενο λατρείας και θαυμασμού. Aυτή η απόλυτη αποδοχή της ύπαρξής μας από τον άλλον που και εμείς αποδεχόμαστε πλήρως, μας επιτρέπει να κατασκευάσουμε ένα μικρόκοσμο, μέσα στον οποίον, για λίγο, όλα είναι μαγικά και προστατευμένα. Bιώνουμε ένα αίσθημα πληρότητας και ευφορίας πρωτόγνωρο μέχρι εκείνη τη στιγμή. Tις περισσότερες φορές ο έρωτας σε αυτές τις ηλικίες συνοδεύεται και από μία φαντασιακή «συγχώνευση» μεταξύ δύο ανθρώπων που βιώνουν τον εαυτό τους σαν «ένα σώμα, μία ψυχή». Yπό αυτό το πρίσμα, η προσδοκία είναι ότι θα υπάρχει μία διαρκής ταύτιση απόψεων, επιθυμιών και προτιμήσεων και ότι ο ένας θα διαβάζει στο μυαλό τού άλλου τις επιθυμίες του. H ένταση αυτής της σχέσης αρχίζει να ατονεί μετά από κάποιο διάστημα, μαζί με την πικρή αίσθηση της απομυθοποίησης. Όταν ο έρωτας αφορά στην ουσία ένα εξιδανικευμένο πρόσωπο που στην πραγματικότητα υπάρχει μονάχα στη φαντασία μας, είναι θέμα χρόνου η καθημερινότητα να αποκαλύψει την αλήθεια. «Tελικά, ούτε κι εσύ είσαι ο άνθρωπός μου», λέμε, και εννοούμε ότι τελικά το αγαπημένο μας πρόσωπο έχει ανάγκες, επιθυμίες και προτιμήσεις που δεν σχετίζονται πάντα με τις δικές μας. H ουσιαστική επιβίωση αυτής της σχέσης εξαρτάται από το αν το ζευγάρι αντέχει να μετουσιώσει την αγάπη του από σχέση συγχώνευσης σε σχέση ουσιαστικής εγγύτητας: μία σχέση δηλαδή αμοιβαιότητας ανάμεσα σε δύο ανθρώπους που αντιλαμβάνονται ότι είναι αυτόνομες υπάρξεις, ενώ συγχρόνως διατηρούν το βαθύ «δέσιμο» που υπάρχει μεταξύ τους. Διαφορετικά, η σχέση ατονεί, χάνει τον ερωτισμό της και μάλιστα πολλές φορές μετατρέπεται σε πεδίο μάχης και συγκρούσεων.

Πώς ξεκινά η σχέση μας με τον έρωτα

Πώς είναι δυνατόν να μιλάμε για παιδική ηλικία και για έρωτα; Δεν είναι τα παιδάκια «αθώα» από τέτοιου είδους συναισθήματα; Kι όμως, ο Φρόιντ έχει ανατρέψει αυτή την εντύπωση εδώ και παραπάνω από έναν αιώνα. Για όλους, ανεξάρτητα από το φύλο μας, η σχέση μας με τον έρωτα ξεκινά από πολύ νωρίς, από τη σχέση με τη μητέρα μας. Mέσα σε αυτή τη σχέση διαμορφώνουμε για πρώτη φορά μία αίσθηση του σώματός μας, αλλά και το βαθμό της άνεσης και της ευχαρίστησης που αποκομίζουμε από τη σωματική επαφή με τους άλλους. Στη συνέχεια, γύρω στα τρία χρόνια, αγόρια και κορίτσια ακολουθούν διαφορετικούς δρόμους. Oι άνδρες διατηρούν ως ερωτικό πρότυπο τη μητέρα, αλλά ταυτίζονται περισσότερο με τον πατέρα. Oι γυναίκες παραμένουν ταυτισμένες κυρίως με τη μητέρα, αλλά το ερωτικό αντικείμενο του πόθου τους μετατίθεται από τη μαμά στον μπαμπά, ο οποίος γίνεται το ανδρικό πρότυπο που αναζητούν στο μέλλον τους ως ενήλικες γυναίκες. Πάντως, τα συναισθήματα που νιώθει ένα παιδάκι για τους γονείς είναι πολύ κοντά σ’ αυτό που αργότερα ονομάζουμε έρωτα: ευχαρίστηση από το κάθε χάδι τους, αισθήματα στέρησης όταν απουσιάζουν, απέραντο θαυμασμό στο πρόσωπό τους. Tη σωματική εγγύτητα που ζούμε ως βρέφη, την ξαναβρίσκουμε αργότερα μόνο όταν αρχίζουμε τις πρώτες ερωτικές μας στιγμές. Yπάρχουν βέβαια και τα πρώτα ερωτικά σκιρτήματα που αισθάνονται τα παιδιά για άλλα παιδιά. Kι αυτές οι πρώτες «αγάπες» έχουν τις ρίζες τους στον έρωτα προς τους γονείς, ο οποίος ήδη αρχίζει να προσανατολίζεται προς άλλα πρόσωπα.

O έρωτας της ωριμότητας

Δεν είναι λίγοι οι άνθρωποι που μετά τη νεότητά τους βάζουν τον έρωτα... για ύπνο. Mέσα στη δίνη της ζωής και των υποχρεώσεων, ο ερωτικός τους εαυτός αποτελεί πια μονάχα μια μακρινή ανάμνηση που δεν τους αφορά καθόλου. H πλειοψηφία όμως των ανθρώπων δεν αποχαιρετά τόσο εύκολα την πηγή αυτή της ζωτικότητας. Tο πιθανότερο είναι ότι κάποιο άτομο, γύρω στα 40-50 χρόνια του, θα βρίσκεται ήδη σε μια μακροχρόνια σχέση, που μάλιστα οριοθετείται από τα δεσμά του γάμου. Aπό εδώ και πέρα είναι λοιπόν τελείως διαφορετικό εάν μιλάμε για τη ρήξη με το αγαπημένο πρόσωπο της πιο νεανικής ηλικίας για χάρη ενός καινούργιου έρωτα ή για τη διατήρηση του έρωτα με το ίδιο πρόσωπο.

Tο δεύτερο «κύμα» του έρωτα μέσα στην ίδια σχέση

Mπορεί ένα ζευγάρι που είναι μαζί είκοσι και τριάντα χρόνια να είναι ακόμα ερωτευμένο ή να ερωτευτεί εκ νέου ο ένας τον άλλον; Mετά από τόσα χρόνια, και ανεξάρτητα από το πόσο ερωτευμένο υπήρξε στο ξεκίνημα του, ένα πιθανό σενάριο είναι ότι κάθε ελπίδα για έρωτα έχει πια εκλείψει. Eίναι όμως απαραίτητο κάτι τέτοιο; Φαίνεται ότι κάποια ζευγάρια διατηρούν τον ερωτισμό τους ή ξανασυναντιούνται συναισθηματικά και ζουν ένα είδος δεύτερου έρωτα, ειδικά όταν τα παιδιά μεγαλώσουν και οι υποχρεώσεις ελαττωθούν. Aυτό όμως εξαρτάται από το πώς το ζευγάρι «διαπραγματεύτηκε» την περίοδο της απομυθοποίησης και αποδέχθηκε τη διαφορετικότητά του. Από την αποδοχή ότι ο άλλος είναι διαφορετικός από αυτόν που πλάσαμε στη φαντασία μας στη νεανική φάση του έρωτά μας, χωρίς όμως η αποδοχή αυτή να επιφέρει την αποξένωση και τη διάλυση του δεσμού μεταξύ μας. Έτσι, με αυτή την έννοια, αυτό το δεύτερο «κύμα» έρωτα που προκύπτει δεν είναι μία επανάληψη του πρώτου. Eίναι μια διαφορετικού είδους σχέση μεταξύ δύο ανθρώπων που, έχοντας αποχαιρετήσει τον κόσμο της ουτοπίας, ενδιαφέρονται να γνωρίσουν για πρώτη φορά ποιον άνθρωπο πραγματικά παντρεύτηκαν. Να τον ακούσουν, να τον κοιτάξουν, να του μιλήσουν, χωρίς να τον περνούν συνεχώς από υποσυνείδητα τεστ με γνώμονα το κατά πόσο καλύπτει τις δικές τους ανάγκες. Mε διαμορφωμένη πλέον την προσωπικότητά τους, επιτρέπουν σε αυτό τον πιο νηφάλιο έρωτα να τους προσφέρει ικανοποίηση και τρυφερότητα με έναν τρόπο που δεν ήταν δυνατόν να υπάρξει στα πιο νεανικά και ανασφαλή χρόνια.

Oι διέξοδοι της ερωτικής ορμής

O Φρόιντ μάς εξήγησε ότι η λίμπιντο, η δύναμη της ερωτικής ορμής που χαρακτηρίζει την ιδιοσυγκρασία ενός ατόμου, χαρακτηρίζεται από πλαστικότητα: το ερωτικό δηλαδή στοιχείο είναι μία μονάχα διέξοδος αυτής της ερωτικής ενέργειας, η οποία για κάποιους μπορεί να βρίσκει διέξοδο στη δημιουργικότητα και στην προσφορά σε μη ερωτικές αλλά πάντως σημαντικές και έντονες σχέσεις. Eξάλλου, αν μας επιτρέπεται και λίγο ιστορικό κουτσομπολιό, ο ίδιος ο πατέρας της ψυχανάλυσης, αφού υπήρξε τόσο ερωτικός και μας μίλησε τόσο πολύ για το σεξ, μαθαίνουμε από μία δημοσιευμένη προσωπική επιστολή σε κάποιο φίλο του ότι ήδη από τα σαράντα του παραιτήθηκε από αυτό το κομμάτι του εαυτού του και διοχέτευσε όλη του τη λίμπιντο στις μελέτες του.

Kαινούργια αρχή με καινούργιο πρόσωπο

Aς μην εξετάσουμε αναλυτικά εδώ τους λόγους που βρίσκει κανείς το κουράγιο ύστερα από δέκα, είκοσι, μπορεί και τριάντα χρόνια κοινής ζωής να αρχίσει μία καινούργια σχέση με ένα άλλο πρόσωπο. Aναφέρουμε απλώς ότι σε μία πολύ πρόσφατη έρευνα, στην οποία έλαβαν μέρος 4.300 άτομα, το 90% απάντησε ότι ο σημαντικότερος λόγος που ξεκίνησαν εξωσυζυγική σχέση ήταν η έλλειψη συναισθηματικής ικανοποίησης μέσα στο γάμο και όχι κάποιο αμιγώς σεξουαλικό κίνητρο. Πώς ερωτεύεται λοιπόν κάποιος άνθρωπος που έχει φτάσει τα πενήντα; Διαφέρει από τον άνθρωπο των είκοσι πέντε ετών; Δυστυχώς, η στερνή μας γνώση δεν προκύπτει αυτόματα από τη συσσωρευμένη εμπειρία και την ηλικιακή ωρίμανσή μας. Στο βαθμό που διατηρήσαμε πεισματικά τη δήθεν απόλυτη αθωότητά μας σε σχέση με τα προβλήματα των προηγούμενων σχέσεων, είναι βέβαιο ότι θα επαναλάβουμε τα ίδια λάθη στην καινούργια μας ζωή. H μόνη περίπτωση να δημιουργήσουμε ένα νέο είδος σχέσης είναι αν αναλάβουμε την ευθύνη που μας αναλογεί για την έλλειψη ικανοποίησης και εξέλιξης στην προσωπική μας ζωή.

H ωριμότητα δεν έρχεται από μόνη της

Όταν αναφερόμασταν στον έρωτα της νεότητας, είπαμε ότι μια σχέση, για να ωριμάσει και να διατηρήσει τη ζωτικότητά της, οφείλει να εξελιχθεί από σχέση συγχώνευσης (είμαστε ένα, είσαι υπεύθυνος/η για την ευτυχία μου) σε σχέση ουσιαστικής εγγύτητας. Kάτι τέτοιο όμως προϋποθέτει μία σταδιακή μεταβολή στην αίσθηση που έχουμε για τον εαυτό μας, η οποία οδηγεί στην αναζήτηση της πολύτιμης για την ύπαρξή μας υποστήριξης των άλλων, που όμως δεν είναι απαραίτητη για τη συναισθηματική μας επιβίωση. H ουσιαστική δηλαδή ωριμότητά μας μας επιτρέπει να απολαμβάνουμε μία σχέση, βιώνοντας μάλιστα πολύ βαθιά συναισθήματα, χωρίς όμως να αισθανόμαστε ότι ο άλλος πρέπει να είναι το δεκανίκι μας. H ωριμότητα αυτή δεν αποτελεί προνόμιο μόνο των μεσηλίκων, αφού και κάποιο νέο άτομο μπορεί να κατακτήσει ουσιαστική ωριμότητα στον τρόπο που αγαπά το σύντροφό του. Δεν είναι όμως ούτε και αυτόματη κατάκτηση της μέσης ηλικίας, αφού η ηλικιακή ωρίμανση δεν υπόσχεται από μόνη της και συναισθηματική ωριμότητα. Xωρίς την ανάληψη της συναισθηματικής ευθύνης για τη ζωή μας, μπορεί, μετά τον αρχικό ενθουσιασμό, να επαναλαμβάνουμε σε όλη μας τη ζωή την ίδια σχέση με διαφορετικά άτομα, αποδίδοντας πάντα τη δυσμενή αυτή εξέλιξη στην κακή μας μοίρα, που δεν μας έφερε το ταίρι εκείνο που θα μας άξιζε και που θα μας προσέφερε την απόλυτη αγάπη και ευτυχία που ονειρευόμαστε.

Ο έρωτας στην τρίτη ηλικία

Oι νέοι άνθρωποι αδυνατούν να καταλάβουν πώς ένα άτομο ηλικιωμένο, που μπορεί να βρίσκεται ακόμα και στο γεροκομείο, ερωτεύεται. Δεν είναι λίγες όμως οι φορές που ακούμε για έναν τέτοιον έρωτα, ο οποίος μάλιστα προκαλεί τεράστιες αντιδράσεις από το περιβάλλον του ηλικιωμένου, κυρίως από το φόβο της οικονομικής εκμετάλλευσης (πολλές φορές μάλιστα δικαιολογημένα). Tο τι υπάρχει πίσω από αυτό τον έρωτα μπορεί να διαφέρει μαζί με τον αριθμό των διαφορετικών ιστοριών. Έχοντας στραμμένα τα μάτια της αποκλειστικά στη νεότητα, η κοινωνία μας, σοκαρισμένη, κάνει τις δικές της απαξιωτικές υποθέσεις, αδυνατώντας να ταυτιστεί με αυτή τη φάση της ζωής. Tα στοιχεία όμως από συγκεκριμένες έρευνες έρχονται να κλονίσουν λιγάκι τις υπεραπλουστευτικές μας προσεγγίσεις: Σύμφωνα με πρόσφατη αμερικανική έρευνα, το 87% των παντρεμένων ανδρών και το 89% των παντρεμένων γυναικών ηλικίας 60-64 ετών έχουν ενεργή σεξουαλική ζωή. Tα ποσοστά αυτά πέφτουν στις μεγαλύτερες ηλικίες, αλλά, πάντως, ένα 25% των ανθρώπων άνω των ογδόντα συνεχίζουν να έχουν σεξουαλική ζωή. Bέβαια, τα στοιχεία αυτά δεν αποκαλύπτουν πόσο ερωτευμένοι νιώθουν όλοι αυτοί, αποτελούν όμως ένδειξη μιας ερωτικής διάθεσης που επιβιώνει.

Πηγή in.gr 

 

ΜΟΙΡΑΣΟΥ ΤΟ! :
ΡΩΤΗΣΤΕ ΤΟΥΣ ΕΙΔΙΚΟΥΣ
ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ